Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ταϊλανδεζικά
สับสน
สามทารกที่สับสน
S̄ạbs̄n
s̄ām thārk thī̀ s̄ạbs̄n
συγχέσιμος
τρία συγχέσιμα μωρά
อย่างลับ ๆ
ขนมที่กินอย่างลับ ๆ
xỳāng lạb «
k̄hnm thī̀ kin xỳāng lạb «
κρυφά
η κρυφή λιχουδιά
โปรเตสแตนต์
พระคริสต์โปรเตสแตนต์
portes̄tænt̒
phra khris̄t̒ portes̄tænt̒
ευαγγελικός
ο ευαγγελικός ιερέας
ทีเดียว
ส่วนน้ำที่ไม่เคยเห็นมาก่อน
thīdeīyw
s̄̀wn n̂ả thī̀ mị̀ khey h̄ĕn mā k̀xn
μοναδικός
ο μοναδικός υδραγωγός
ฟิสิกส์
การทดลองด้านฟิสิกส์
fis̄iks̄̒
kār thdlxng d̂ān fis̄iks̄̒
φυσικός
το φυσικό πείραμα
ลบ
ข่าวที่เป็นลบ
lb
k̄h̀āw thī̀ pĕn lb
αρνητικός
το αρνητικό νέο
ส่วนกลาง
ตลาดส่วนกลาง
s̄̀wnklāng
tlād s̄̀wnklāng
κεντρικός
η κεντρική αγορά
สวยงาม
ดอกไม้สวยงาม
s̄wyngām
dxkmị̂ s̄wyngām
όμορφος
όμορφα λουλούδια
ไม่ปกติ
สภาพอากาศที่ไม่ปกติ
mị̀ pkti
s̄p̣hāph xākāṣ̄ thī̀ mị̀ pkti
ασυνήθιστος
ασυνήθιστος καιρός
ใหม่
พลุที่ใหม่
h̄ım̀
phlu thī̀ h̄ım̀
νέος
τα νέα πυροτεχνήματα
เล็กน้อย
อาหารเล็กน้อย
lĕkn̂xy
xāh̄ār lĕkn̂xy
λίγο
λίγο φαγητό