Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Ταϊλανδεζικά
แรก
ดอกไม้แรกของฤดูใบไม้ผลิ
ræk
dxkmị̂ ræk k̄hxng vdū bımị̂ p̄hli
πρώτος
τα πρώτα άνθη της άνοιξης
สุขภาพดี
ผักที่ดีต่อสุขภาพ
s̄uk̄hp̣hāph dī
p̄hạk thī̀ dī t̀x s̄uk̄hp̣hāph
υγιής
τα υγιεινά λαχανικά
โปรเตสแตนต์
พระคริสต์โปรเตสแตนต์
portes̄tænt̒
phra khris̄t̒ portes̄tænt̒
ευαγγελικός
ο ευαγγελικός ιερέας
ใกล้
ความสัมพันธ์ที่ใกล้
kıl̂
khwām s̄ạmphạnṭh̒ thī̀ kıl̂
κοντινός
μια κοντινή σχέση
แปลกประหลาด
วิธีการรับประทานที่แปลกประหลาด
pælk prah̄lād
wiṭhī kār rạbprathān thī̀ pælk prah̄lād
περίεργος
μια περίεργη συνήθεια φαγητού
ศักดิ์สิทธิ์
คัมภีร์ศักดิ์สิทธิ์
ṣ̄ạkdi̒s̄ithṭhi̒
khạmp̣hīr̒ ṣ̄ạkdi̒s̄ithṭhi̒
ιερός
τα ιερά γραφά
เงิน
รถสีเงิน
ngein
rt̄h s̄ī ngein
ασημένιος
το ασημένιο αυτοκίνητο
ภายนอก
หน่วยความจำภายนอก
p̣hāynxk
h̄ǹwy khwām cả p̣hāynxk
εξωτερικός
μια εξωτερική μνήμη
ผิด
ทิศทางที่ผิด
p̄hid
thiṣ̄thāng thī̀ p̄hid
λανθασμένος
η λανθασμένη κατεύθυνση
เมามาก
ชายที่เมามาก
meā māk
chāy thī̀ meā māk
μεθυσμένος
ο μεθυσμένος άντρας
ไม่ระมัดระวัง
เด็กที่ไม่ระมัดระวัง
mị̀ ramạdrawạng
dĕk thī̀ mị̀ ramạdrawạng
απερίσκεπτος
το απερίσκεπτο παιδί